Το ιστολόγιο αυτό περιλαμβάνει υλικό το οποίο για πολλούς και διάφορους λόγους δεν βολεύεται στον "επίσημο" ιστότοπό μας (digitalzoot.weebly.com).

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Ο θερισμός

Καμίλ Πισσαρρό: Ο Θερισμός (lifeandarts.wordpress.com)

Μπορεί σήμερα, για διάφορους λόγους, τα περισσότερα χωράφια στην Ελλάδα να έχουν ερημώσει, όμως μέχρι πριν κάμποσα χρόνια τα σιτηρά, και τα προϊόντα τους, έπαιζαν πολύ σπουδαίο ρόλο στην ζωή των ανθρώπων.

Επειδή παλιά δεν υπήρχε σπίτι που να μην καλλιεργεί σιτηρά για τις ανάγκες της οικογένειας, γι' αυτό και οποιαδήποτε εργασία είχε σχέση με αυτά ήταν πολύ σημαντική για όλο το χωριό.


Τα σιτηρά τα σπέρνουν με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Όταν τα φυτά μεγαλώνουν, το χωράφι παίρνει ένα φωτεινό πράσινο χρώμα.


Όταν μπαίνει το καλοκαίρι, οι καλαμιές των σιτηρών (σιτάρι, βρώμη, κριθάρι, σίκαλη) κιτρινίζουν και το χωράφι παίρνει ένα χρώμα χρυσαφί. Έχει φτάσει η εποχή του θερισμού. Γι' αυτόν τον λόγο τον Ιούνιο παλιά τον έλεγαν και θεριστή.


Τα παλιά χρόνια, που όλοι είχαν σιτάρια, όταν ξεκινούσε η εποχή του θερισμού το χωριό ερήμωνε κυριολεκτικά, αφού όλοι "μετακόμιζαν" στα χωράφια.


Όλες οι εξοχές, τότε, έσφυζαν από ζωή: παντού άκουγες φωνές, γέλια, τραγούδια (είπαμε: η φτώχεια θέλει καλοπέραση...). Και όχι μόνο την ημέρα: οι άνθρωποι, είτε για να γλυτώνουν τις πολλές μετακινήσεις αν το χωράφι βρισκόταν μακριά, είτε για να φυλάνε την σοδειά και τα εργαλεία τους, πολλές φορές κοιμούνταν στο χωράφι.


Όταν ξεκινούσαν για το χωράφι, όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα και τα μικρά παιδιά, βοηθούσαν όσο και όπως μπορούσε ο καθένας. Συχνά έπαιρναν μαζί τους και όσα από τα ζώα του σπιτιού (κότες, κατσίκες, κλπ.) χρειάζονταν πιο καθημερινή φροντίδα.



Μία τυπική αγροτική ημέρα ξεκινούσε "αχάραγα" (προτού χαράξει ακόμα): γύρω στις τεσσερισήμισι. (Σημ. Σημερινή ώρα πεντέμισι, αφού παλιά δεν είχε καθιερωθεί η θερινή ώρα.)

Έπρεπε να βρίσκονται στο χωράφι νωρίς, για να ξεκινήσουν την δουλειά όσο νωρίτερα γινόταν: αφ' ενός διότι νωρίς το πρωί ήταν όλα πιο δροσερά και η εργασία πιο ευχάριστη, αλλά και τα στάχυα κόβονταν καλύτερα όταν ήταν νωπά από την υγρασία της νύχτας, αφ' ετέρου για να μπορούν να ξεκουράζονται περισσότερη ώρα το μεσημέρι και να μην αναγκάζονται να δουλεύουν κάτω από τον καυτό ήλιο.



Άρχιζαν λοιπόν όλοι την δουλειά.



Τα μικρότερα παιδιά βοηθούσαν όπου μπορούσαν: μετέφεραν κανένα εργαλείο, έδιναν νερό σε κάποιον που διψούσε, πρόσεχαν τα ζώα της οικογένειας, κλπ.
Τα μεγαλύτερα, με πιο χαλαρούς ρυθμούς βέβαια από τους μεγάλους, θέριζαν και αυτά.
Αν υπήρχαν μωρά στην οικογένεια, τα έπαιρναν αναγκαστικά και αυτά στα χωράφια.



Βασικό εργαλείο για να κόβουν τα στάχυα ήταν το δρεπάνι.



Σε ορισμένες περιοχές, χρησιμοποιούσαν και την παλαμαριά.



Η παλαμαριά ήταν ένα ξύλινο εργαλείο, το οποίο "φορούσαν" σαν γάντι, για να πιάνουν όσο πιο πολλά στάχυα μπορούσαν, με κάθε κίνηση (την χρησιμοποιούσαν, δηλαδή, σαν γάντζο).

Τα κομμένα στάχυα τα άφηναν σε μικρούς σωρούς σε διάφορα σημεία του χωραφιού.



Οι άλλοι εργάτες, που έρχονταν από πίσω, έφτιαχναν δεμάτια με τους σωρούς, τα έδεναν...



...και τα τοποθετούσαν σε μεγαλύτερους σωρούς σε κάποια ανοιχτά σημεία του χωραφιού.



Όταν τελείωνε ο θερισμός, φόρτωναν τα δεμάτια στα ζώα (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, ό,τι είχε ο καθένας)...



...ή σε κάρα...




...και τα μετέφεραν στο αλώνι, για να τα αλωνίσουν (να απομακρύνουν τον καρπό από τα άχυρα).
Αυτό ήταν κάποιο χωράφι σε μέρος ανοιχτό, που το έπιανε ο αέρας.
Αν το αλώνι ήταν μακριά από το χωράφι, μετακόμιζε και όλη η οικογένεια εκεί.


Στο χωράφι που βρισκόταν το αλώνι, τοποθετούσαν τα δεμάτια όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο, φτιάχνοντας θημωνιές.


Βίνσεντ Βαν Γκογκ: Θημωνιές (krollermuller.nl/en)

(Εφάρμοζαν αυτό το στήσιμο, διότι αν τα είχαν πεσμένα στο χώμα, το ένα πάνω από το άλλο, δεν θα αερίζονταν, οπότε σε περίπτωση καλοκαιρινής μπόρας υπήρχε κίνδυνος να μουχλιάσουν και να καταστραφεί η σοδειά.)


Το μέρος στο οποίο γινόταν το αλώνισμα, το αλώνι δηλαδή, ήταν ένας επίπεδος στρογγυλός χώρος, στρωμένος με πλατιές πέτρες, με έναν στύλο στην μέση.



Έπαιρναν λοιπόν μερικά δεμάτια και τα έστρωναν στο αλώνι.



Μετά έδεναν τα ζώα (αυτά που είχε ο καθένας) με ένα σκοινί γύρω από τον στύλο και τα έζευαν με την δοκάνη.
Η δοκάνη ήταν μία πλατιά σανίδα, στο κάτω μέρος της οποίας είχαν στερεώσει μικρά μυτερά κομμάτια από πέτρα ή από μέταλλο, ώστε να σχηματίζει πολλά μικρά μυτερά "δόντια":



Καθώς το ζώο περπατούσε στο αλώνι, γυρνώντας γύρω από τον στύλο στον οποίον ήταν δεμένο, η δοκάνη (τοποθετημένη με τα "δόντια" προς τα κάτω) έτριβε τα στάχυα, απομάκρυνε τον καρπό από το φυτό και άφηνε στο τέλος ανακατεμένα πάνω στο αλώνι, καρπό και λιανισμένα στάχυα.


Τις περισσότερες φορές, πάνω στην δοκάνη καθόταν όρθιος ένας άνθρωπος, για να την κάνει πιο βαριά προκειμένου να λιανίζει πιο γρήγορα τα στάχυα.



Σε άλλα μέρη, την δουλειά της δοκάνης την έκαναν οι πατημασιές των ζώων τα οποία έβαζαν οι ιδιοκτήτες τους να γυρνούν γύρω-γύρω στο αλώνι.




Στο τέλος έπρεπε να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα άχυρα.

Βασικός παράγοντας γι' αυτή την δουλειά ήταν ο άνεμος. (Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούσαν τα αλώνια να τα φτιάχνουν σε χωράφια όσο πιο εκτεθειμένα γινόταν στους αέρηδες).

Πήγαιναν λοιπόν, μία ημέρα που φυσούσε, στο κατάλληλο σημείο του χωραφιού και λίχνιζαν.

Έπιαναν δηλαδή με τα δεκριάνια...



...το σιτάρι το ανακατεμένο με άχυρα και το πέταγαν ψηλά. Ο καρπός, ως πιο βαρύς, έπεφτε κάτω. Τα άχυρα, που ήταν πανάλαφρα, τα έπαιρνε ο αέρας πιο μακριά.




Σε άλλα μέρη έβαζαν τον καρπό με το άχυρο σε κουβάδες και άδειαζαν το περιεχόμενο αργά-αργά:



Η τελική λεπτοδουλειά γινόταν με το δερμόνι, ένα κόσκινο...

http://dim-stanou.chal.sch.gr/theros.htm


...για να φύγουν και τα τελευταία υπολείμματα άχυρου από τον καρπό.



Δείτε πώς γινόταν το λίχνισμα, σε βίντεο:




Έτσι, σιγά-σιγά και κουραστικά, καθάριζαν τον καρπό, τον μάζευαν σε σακιά και τον μετέφεραν στην αποθήκη που κάθε χωριάτικο σπίτι είχε, ένα δωμάτιο δηλαδή στο κατώι.



Τα άχυρα που περίσσευαν στο χωράφι, τα έδεναν σε δεμάτια, για να μπορούν να τα χρησιμοποιούν τον χειμώνα ως τροφή των ζώων.



Μετά απ' όλα αυτά, αν αναλογιστούμε την κούραση που περνούσαν οι αγρότες μέχρι να γεμίσουν την αποθήκη τους με το σιτάρι της χρονιάς και αν την συνδυάσουμε με τις μεγάλες καλοκαιρινές ζέστες, θα καταλάβουμε γιατί βγήκε το λαϊκό ρητό "Θέρος - τρύγος - πόλεμος", προσπαθώντας να περιγράψει τις τρεις -υποτίθεται- μεγαλύτερες δυσκολίες της ζωής...

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: Σταροχώραφο με θεριστή (www.vangoghmuseum.nl/en)


Σήμερα, βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ πιο εύκολη...

Όλες τις παραπάνω εργασίες τις κάνει μόνη της μία θεριζοαλωνιστική μηχανή...


...η οποία ταυτόχρονα θερίζει, αλωνίζει, συγκεντρώνει τον καρπό σε ειδικούς κάδους και μαζεύει τα άχυρα σε δεμάτια. 4 σε 1 δηλαδή...


Με λίγα λόγια, η θεριζοαλωνιστική μηχανή μπαίνει μέσα σ' ένα χωράφι έτοιμο για θερισμό...



...και βγαίνοντας το αφήνει έτσι:



και τα τελευταια χρόνια, και έτσι:



Στο μεταξύ, το σιτάρι (τον καρπό) που η μηχανή έχει συλλέξει, τον αδειάζει κατευθείαν στο τρακτέρ, ή στο φορτηγό, για να μεταφερθεί χωρίς κούραση στο σπίτι.






Η τελική ανταμοιβή όλων των παραπάνω κόπων...







ΤΕΛΟΣ

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: Μεσημεριανή ξεκούραση (www.musee-orsay.fr/en)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου